3.4.08
21.3.08
λεξεις εν αταξια
καθομουν στο τραπεζι, η καρδερινα κελαηδουσε και σε ειχα στο νου μου τοσο εντονα που οταν γυρισα στη σερβιτορα να της παραγγειλω την καλεσα με το ονομα σου. Αυτη αυθορμητα γυρισε και με απορια με ρωτησε
-ποση ζαχαρη;
- καθολου, της απαντησα και συνεχισα να σε εχω στο νου μου μεχρι την τελευταια γουλια καφε, μεχρι το τελος της ημερας και της νυχτας, μεχρι που αποφασισα να σου γραψω αυτα τα λογια, γιατι αυτα ετσι δυσκολα λεγονται οπως ο κουφος τον ηχο της ψιχαλας στο φρεσκοβρεγμενο χωμα δε μπορει να καταλαβει.
-ποση ζαχαρη;
- καθολου, της απαντησα και συνεχισα να σε εχω στο νου μου μεχρι την τελευταια γουλια καφε, μεχρι το τελος της ημερας και της νυχτας, μεχρι που αποφασισα να σου γραψω αυτα τα λογια, γιατι αυτα ετσι δυσκολα λεγονται οπως ο κουφος τον ηχο της ψιχαλας στο φρεσκοβρεγμενο χωμα δε μπορει να καταλαβει.
6.3.08
σκεφτομαι και γραφω ο,τι μου κατεβει
ενας μεταναστης κατουραει διπλα απο τη σταση του λεωφορειου , μια τσιγγανα δεχεται σεξουαλικη παρενόχληση απο το αγορι της , μια ωδικη πορεια με χαλκινα παραδοσιακα ξεκιναει και κορυφωνεται μεσα σε ενα απογευμα στην παραλιακη οπου μια παρεα δεκαδων παιδιων κλεινει τη λεοφωρο νικης με χορους και με τραγουδια,τα σκυλια βρισκονται σε περιοδο αναπαραγωγης και εσυ συνεχιζεις και γελας χωρις να σε νοιαζει. ξεπερασες την ανακατοσουρα απο τη χαλασμενη γαλατοπιτα και πηγες στο παρτυ και ησουν η μονη που χορευε
19.2.08
έχεις κλειδιά;
καστανόξανξη με μεγάλα πλούσια στήθη και μποέμ στυλάκι καθόταν σκεφτική με ένα τσιγάρο στο στόμα στο πεζούλι περιμένοντας το αγόρι της .. δυο τετράγωνα παρακάτω ο αρτοποιός της γειτονιάς γυρνούσε κουρασμένος σπίτι του (ακριβώς απέναντι από το μαγαζί που διατηρούσε) ψάχνοντας νευρικά να βρει τα κλειδιά του ..
εγώ γυρνούσα από το σταθμό λαρίσης περιμένοντας μια κρύα μπύρα και ένα ζεστό πιάτο φαί όταν συνηδητοποίησα ότι δεν είχα τα κλειδιά μαζί μου.
το γκομενάκι στο πεζούλι ,απέναντι από την πολυκατοικία μου, κοιτούσε απορημένη ενώ ο φούρναρης με ανήσυχο βλέμα έψαχνε να βρει το πορτοφόλι του όπου είχε κρεμάσει τα κλειδιά του σπιτιού του..
την κοινή αυτή αμηχανία διέκοψε ο έντονος ήχος του κινητού της ' "μαρίνα δε θα μπορέσω να γυρίσω τα λέμε σπίτι μου την παρασκευή γεια σου".η μαρίνα δεν πρόλαβε να του πει τίποτα ενώ τσαντισμένη πέταξε το αποτσίγαρο πατώντας το με μίσος.
κοίταξε ο ένας τον άλλον λες και γνωριζόμαστε και πήρε ο καθένας το δρόμο του.
εγώ γυρνούσα από το σταθμό λαρίσης περιμένοντας μια κρύα μπύρα και ένα ζεστό πιάτο φαί όταν συνηδητοποίησα ότι δεν είχα τα κλειδιά μαζί μου.
το γκομενάκι στο πεζούλι ,απέναντι από την πολυκατοικία μου, κοιτούσε απορημένη ενώ ο φούρναρης με ανήσυχο βλέμα έψαχνε να βρει το πορτοφόλι του όπου είχε κρεμάσει τα κλειδιά του σπιτιού του..
την κοινή αυτή αμηχανία διέκοψε ο έντονος ήχος του κινητού της ' "μαρίνα δε θα μπορέσω να γυρίσω τα λέμε σπίτι μου την παρασκευή γεια σου".η μαρίνα δεν πρόλαβε να του πει τίποτα ενώ τσαντισμένη πέταξε το αποτσίγαρο πατώντας το με μίσος.
κοίταξε ο ένας τον άλλον λες και γνωριζόμαστε και πήρε ο καθένας το δρόμο του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


